Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Δείπνο στα McDonald's


Σάββατο 8:15μμ, Σύνταγμα. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο ολοκαίνουριο και άκαφτο. Ο κόσμος δήθεν ψωνίζει, δήθεν χαίρεται. Πηγαινοέρχεται στ'αλήθεια πάντως και είναι πολύς. Στη γωνία McDonald's και Ερμού, κάτω στο πεζοδρόμιο καθισμένος ένας άντρας γύρω στα 55 και δίπλα του κουλουριασμένος ο σκύλος του. Δεν φαινόταν να είναι άστεγος. Ήταν ένας άνθρωπος με όψη διανοούμενου, με όμορφα ρούχα, με μικρά στρογγυλά γυαλιά και προσεγμένα γένια. Έμοιαζε με Άγγλο, Γερμανό, μπορεί και Έλληνα και αν στεκόταν όρθιος θα έλεγες ότι είναι συγγραφέας ή καθηγητής πανεπιστημίου, ή κάτι τέτοιο και είχε βγάλει βόλτα τον αστραφτερό σκυλάκο του, λίγο μετά το φαγητό και λίγο πριν πιεί ένα ποτήρι γλυκό κόκκινο κρασί διαβάζοντας ένα βιβλίο.
Κι όμως, καθόταν κατάχαμα στο πεζοδρόμιο, με ακουμπισμένη την πλάτη στον τοίχο των McDonald's και κρατούσε στο χέρι ένα χαρτάκι που έγραφε απλά... "ΠΕΙΝΑΩ". Κοίταζε ευθεία και το βλέμμα του ήταν τόσο διαφορετικό από όλων των ζητιάνων που έχω δει. Δεν είχε χάσιμο, ή τρέλα ή ψεύτικη επίκληση οίκτου. Ήταν σιωπηλό, βαθιά απογοητευμένο και εντελώς στραμένο μέσα του. Στάθηκα μπροστά του, στην ουσία κοκάλωσα και τον κοίταζα. Ήθελα να τον ρωτήσω "τι συνέβη; Τι πήγε τόσο στραβά για σένα;". Το μόνο που κατάφερα τελικά να πω ήταν ένα είστε καλά κι άλλο ένα θέλετε να φάτε κάτι; Μου είπε ναι και στα δύο και όταν επέστρεψα με μια σακούλα γεμάτη με ένα φουλ γεύμα και αναψυκτικό από το αμερικάνικο ταχυφαγείο με κοίταξε, φίλησε το εσωτερικό των δαχτύλων του και μου έστειλε το φιλί του στον αέρα με ένα αμυδρό χαμόγελο.
Δεν έχω σταμάτησει να σκέφτομαι αν θα μπορούσα να έχω κάνει κάτι περισσότερο από αυτό που έκανα.

ΣΥΝΘΗΜΑ


Ο σουρεαλισμός μας ενώνει,
μπάτσοι -γουρούνια - ανεμώνη.

Το μόνο δέντρο


Σκέφτηκε.
Σκέφτηκε πως ήταν η πρώτη φορά που σκεφτόταν.
Μέχρι τώρα μόνο ένιωθε.
Μόνο ένιωθε μόνο.
Σκέφτηκε για πρώτη φορά στη ζωή του πως ένιωθε μονάχα μόνο.
Και αυτή η σκέψη, η πρώτη σκέψη, το έκανε για μία ακόμα φορά να πάψει να σκέφτεται.
Άρχισε ξανά να νιώθει.
Μόνο.
Σκέφτηκε λοιπόν να μην ξανασκεφτεί.
Ποιο το νόημα;
Αφού και η σκέψη μόνο να νιώθει το κάνει.

Δεν μπορεί να νιώθει μόνο.
Ένα δέντρο μόνο δεν μπορεί να νιώθει.
Μόνο ένα δέντρο δεν μπορεί να νιώθει, είπε ο ξυλοκόπος και το έκοψε.

Κι αυτό ήταν το τελευταίο δέντρο του κόσμου.
Το μόνο δέντρο του κόσμου.

Τέλος.

(Αφιερωμένο σε ένα μυρμήγκι που θα ήθελε ένα πιο happy end)

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

The independent


Don't talk. Don't touch. Don't walk. Don't walk at night. Don't walk on the right. Don't drink. Don't think. Don't smoke. Don't do drugs. Don't do beef. Don't do junk. Don't be fat. Don't be thin. Don't chew. Don't spit. Don't swim. Don't breathe. Don't cry. Don't bleed. Don't kill. Don't experiment. Don't exist. Don't do anything. Don't fry your food. Don't fry your brain. Don't sit too close to the telly. Don't walk on the grass. Don't put your elbows on the table. Don't put your feet on the seat. Don't run with scissors and don't play with fire. Don't rebel. Don't smack. Don't touch. Don't masturbate. Don't be childish. Don't be old. Don't be ordinary. Don't be different. Don't stand out. Don't drop out...
Don't buy...don't read.

Κείμενο από διαφημιστικό σποτ της εφημερίδας "Independent" που απέσπασε Χρυσό Βραβείο Epica (1999).

Tajabone

Tajabone, λέγεται σε μια Αφρικανική διάλεκτο, ένα μουσουλμανικό έθιμο κατά το οποίο, μία συγκεκριμένη μέρα του χρόνου, τα παιδιά γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και ζητάνε χρήματα ή καραμέλες… 

Είναι η μόνη μέρα του χρόνου που τους επιτρέπεται κατά κάποιον τρόπο να «κλέψουν»…

Μπορεί να ξεχάσεις από πού ξεκίνησες, μπορεί να ξεχάσεις πού ήθελες να πας, αλλά ποτέ μην ξεχάσεις τα όνειρά σου…

Ακόμη κι αν ποτέ δεν καταφέρεις να τα «πιάσεις», δεν πειράζει, κλέψε λίγες στιγμές τους…

Ένα μέτρο πανί. Ένα μέτρο ξύλο.


Σε κάνουν ικανό να τολμήσεις μια βόλτα στο έξω,
όταν το έξω δεν θέλει.

Αγαπώ τις ομπρέλες.
Αυτές με την ξύλινη λαβή.
Αυτές τις θεόρατες, που δεν χωράνε πουθενά,
η θέση τους μόνο engage στο μπράτσο σου
ή κρεμασμένες στον ώμο σου, τόξα ετοιμοπόλεμα.

Θόλος προστασίας πάνω από το κεφάλι σου,
προσωρινή στέγη.
Μαγικό φίλτρο, σε κάνει άτρωτο ενάντια στον καιρό,
όσο θέλεις, αν το θέλεις.

Όμορφη εικόνα οι ομπρέλες,
συντροφεύουν ανθρώπους στο πλακόστρωτο ευρωπαϊκής πόλης,
βροχή από πάνω τους, γέλια από κάτω.

Τις αφήνεις -παραμελημένες- στο κατώφλι να ξεϊδρώσουν,
τινάζεις στάλες από το παλτό σου,
βολεύεσαι στον καναπέ και πίνεις κάτι ζεστό.
Μετά, τις ανοίγεις και χάνεσαι ανάμεσα στον κόσμο,
μυρωδιά βροχής ξανά.

Αγαπώ τις ομπρέλες.
Μα εδώ, ποτέ δεν βρέχει αρκετά.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

Imagine


Imagine there's no heaven,
It's easy if you try,
No hell below us,
Above us only sky,
Imagine all the people
living for today...

Imagine there's no countries,
It isn't hard to do,
Nothing to kill or die for,
No religion too,
Imagine all the people
living life in peace...

You may say I'm a dreamer,
but I'm not the only one,
I hope some day you'll join us,
And the world will live as one.

Imagine no possessions,
I wonder if you can,
No need for greed or hunger,
A brotherhood of man,
Imagine all the people
Sharing all the world...

You may say I'm a dreamer,
but I'm not the only one,
I hope some day you'll join us,
And the world will live as one.

by John Lennon

Οι Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων

*Η ιστορία είναι βασισμένη στο παραμύθι του Lewis Carroll (1832-1898)

 

Αυτή δεν είναι άλλη μια χριστουγεννιάτικη ιστορία. Είναι μια πραγματική ιστορία που δεν έχει συμβεί ακόμα, αλλά κάποτε θα συμβεί.

Η Αλίκη καθόταν μόνη στην παραλία και βαριόταν. Δίπλα της η αδελφή της διάβαζε εφημερίδα και ούτε που μιλιόταν. Μάλλον, για να ακριβολογούμε, διάβαζε τη στήλη με τις γνωριμίες. Αλλά η Αλίκη δεν είχε διάθεση για ώριμους κυρίους και τέτοιες αηδίες.

Ξαφνικά, ένας κατάλευκος γλάρος που έμοιαζε με κούνελο, πέρασε από μπροστά της. Της έκλεισε το μάτι και της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει.

Μπορεί και να της φάνηκε.  Η Αλίκη όμως ήταν πολύ περίεργη και δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο δήθεν κάλεσμα. Σηκώθηκε αργά, για να μην την καταλάβει η αδελφή της -η οποία έτσι κι αλλιώς δεν θα έδινε καμία σημασία γιατί ήταν απορροφημένη στις γνωριμίες- και ακολούθησε τον γλάρο-κούνελο. Ο γλάρος κοίταξε το ρολόι του -ο κούνελος δεν έβλεπε την ώρα να τελειώσουν μ’ αυτή την υπόθεση. Είχαν αργήσει.

Την επόμενη στιγμή, η Αλίκη βρέθηκε σε ένα πολυτελές ασανσέρ και κατέβαινε. Ναι. Αντί να ανεβαίνει, κατέβαινε και μάλιστα με μεγάλη ταχύτητα.

Η Αλίκη κοίταζε γύρω της σαν χαμένη. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Κατέβαινε… και κατέβαινε… ώσπου προσγειώθηκε σε μια τεράστια δερμάτινη καρέκλα γραφείου. Η Αλίκη σάστισε. Και η σαστιμάρα της μεγάλωσε όταν είδε το λευκό γλάρο-κούνελο -που τον είχε χάσει προς στιγμή- να στέκεται μπροστά της κρατώντας μια βεντάλια και ένα ζευγάρι λευκά γάντια.

“Η κυρία μας περιμένει. Έχουμε αργήσει!”, της είπε ανεμίζοντας τη βεντάλια αναψοκοκκινισμένος.

“Ποια κυρία;” ψέλλισε η Αλίκη.

“Α! Και για να μην το ξεχάσω, όταν της μιλάς, θα την αποκαλείς βασίλισσα.” απάντησε άσχετα ο κούνελος.

“Πρόσεξε ε! Μην ξεχαστείς! Δεν θα σε συγχωρήσει ποτέ! Θεωρεί τον εαυτό της τη βασίλισσα του επιχειρηματικού κόσμου!”

Η Αλίκη, είχε αρχίσει να καταλαβαίνει. Σκεφτόταν ήδη να ζητήσει από την βασίλισσα να την προσλάβει στις επιχειρήσεις της.

Και γιατί να μην το κάνει δηλαδή; Τι είχε να ζηλέψει η Αλίκη;

Μήπως δεν ήταν αρκετά έξυπνη; Ή μήπως δεν ήταν όμορφη; Άλλωστε, ήξερε από την αδερφή της, ότι στον κόσμο των επιχειρήσεων η ομορφιά έπαιζε κι αυτή το ρόλο της.

Αυτά σκέφτηκε η Αλίκη και ήδη φανταζόταν τον εαυτό της να κολυμπάει στα λεφτά.

Επιτέλους, το όνειρό της θα γινόταν πραγματικότητα!

“Λοιπόν…” την επανέφερε ο κούνελος. “Πιες αυτό και φάε εκείνο για να φύγουμε!”

Η Αλίκη κοίταξε αυτά που της έδειχνε ο κούνελος. Πάνω στο επιβλητικό γραφείο από καρυδιά, βρισκόταν ένα κρυστάλλινο μπουκάλι με χρυσαφί περιεχόμενο. Δίπλα στο μπουκάλι, υπήρχε ένας ασημένιος δίσκος με σοκολατάκια. Αν και κάτι μέσα της, της έλεγε να μην τα δοκιμάσει, η Αλίκη -που όπως σας είπα και στην αρχή ήταν πολύ περίεργη- δεν άντεξε. Αρχικά, έφαγε ένα σοκολατάκι. Και μα την αλήθεια, τόσο νόστιμο σοκολατάκι δεν είχε ξαναφάει στη ζωή της. Στη συνέχεια, ήπιε μια γουλιά από το μπουκάλι και πραγματικά, τέτοια γεύση ποτέ της δεν είχε ξαναδοκιμάσει. Μετά από λίγο, άρχισε να νιώθει περίεργα. Τη μια μεγάλωνε τόσο που έβγαζε τα χέρια και το κεφάλι της έξω από το γραφείο, την άλλη μίκραινε τόσο που έπεφτε μέσα στα συρτάρια του γραφείου…

Αργότερα, γνώρισε μια κάμπια που έμοιαζε με φιλόσοφο, ένα μωρό που έκλαιγε σαν γουρούνι, μια γάτα που χαμογελούσε συχνά, ένα λαγό που έκανε παρέα με έναν καπελά -νομίζω, έναν γρύπα ή γύπα, αν θέλετε- και μια ψευτοχελώνα…

Και κάποιους άλλους σημαντικούς χαρακτήρες… που τώρα δεν θυμάμαι να σας πω. Άλλωστε δεν έχει σημασία. Α! Απ’ ότι λέγεται, κάποια στιγμή η Αλίκη έφαγε τάρτες και έκανε παρέα με τραπουλόχαρτα.

Εν πάση περιπτώσει όμως, το θέμα μας δεν είναι αυτό. Το θέμα μας είναι αν η Αλίκη έπεισε τη βασίλισσα να την προσλάβει και έκανε το όνειρό της πραγματικότητα, αλλά πολύ φοβάμαι πως δεν μπορώ να απαντήσω ακόμα σ’ αυτό.

Άλλωστε, το πιο σημαντικό σ’ αυτό τον παράλογο κόσμο που ζούμε είναι να μη σταματάς να κάνεις όνειρα.

Όπως και να’ χει, σας εύχομαι καλά Χριστούγεννα! 


Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008

Αγαπάς τον εαυτό σου;

Αν πραγματικά αγαπάς τον εαυτό σου και τον βάζεις πάνω από όλους τους άλλους, τότε... νοιάσου για τους άλλους. 

Μπορείς να γελάς, όταν όλοι γύρω σου κλαίνε; Μπορείς να τρως, όταν όλοι γύρω σου πεινάνε; Μπορείς να κερδίζεις, όταν όλοι γύρω σου χάνουν; Ακόμη κι αν μπορείς να το κάνεις, δεν το απολαμβάνεις. 

Γιατί, πολύ απλά, κανείς δεν μπορεί να είναι (ο μόνος) ευτυχισμένος ανάμεσα σε δυστυχισμένους ανθρώπους. Όσο περισσότερο λοιπόν, αγαπάς τον εαυτό σου, τόσο περισσότερο φρόντιζε τους γύρω σου. Μόνο έτσι θα νιώσεις την απόλυτη ευτυχία.

Happy New Year!


TV

Όταν μία τηλεόραση κλείνει, ανοίγει ένα μυαλό.

Δημοκρατία

Η Δημοκρατία είναι το καλύτερο επιχείρημα για να πείσεις κάποιον ότι ζει ελεύθερος.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Ανοίξαμε!

Ανοίγουμε... τα αυτιά μας για να ακούσουμε, τα μάτια μας για να δούμε, τα στόματά μας για να μιλήσουμε, τις μύτες μας για να μυρίσουμε και τα χέρια μας για να δώσουμε, να πάρουμε, να νιώσουμε.